Η αναπηρία συνεχίζει να αποτελεί ένα θέμα που προκαλεί έντονη συζήτηση, από την άρνησή της έως την αδιαφορία. Σε κανένα τομέα της κοινωνικής ζωής δεν παρατηρείται να υπάρχει μία τόσο μεγάλη απόκλιση μεταξύ των θεωριών και των πρακτικών, μεταξύ του ρητού λόγου, των στάσεων, του πολιτικά ορθού λόγου και της πραγματικότητας στις οποίες προσκρούουν καθημερινώς οι οικογένειες και οι διεπιστημονικές ομάδες. Πραγματικότητες που συνίστανται ακόμη και σήμερα στην πρόσκληση του στίγματος και της άρνησης.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε πώς είναι δυνατό να νοηθεί ο υποκειμενικός λόγος του ατόμου με αναπηρία δίχως να περιορισθεί στον ορατό χαρακτήρα της έλλειψης; Μία μερίδα ψυχαναλυτών που ασχολούνται με την κλινική της αναπηρίας, εκκινούν από τη διαπίστωση ότι κάθε άτομο που σχετίζεται με ένα άτομο με αναπηρία δυσκολεύεται περισσότερο, συμπεριλαμβανομένων των φροντιστών, να ταυτισθεί με το εν λόγω άτομο παρά με την ίδια του την αναπηρία. Η κατανόηση του λόγου και ιδίως του ψυχικού πόνου αλλά και της επιθυμίας του άλλου θέτουν στο προσκήνιο, ενώπιον των ατόμων με αναπηρία, τον ναρκισσισμό του εκάστοτε συνομιλητή. Η M. Nuss (2009) υπογραμμίζει ότι οι πιο ακραίες μορφές της πολλαπλής αναπηρίας μας φέρνουν, αναπόφευκτα, αντιμέτωπους με τα όρια των δικών μας ικανοτήτων σχετικά με την ταύτιση.

Στο σημείο αυτό τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: Πώς να μιλήσουμε σ’ένα παιδί; Με ποιο τρόπο μπορούμε να το ονομάσουμε για εκείνο και να γίνει έκδηλη η φύση της αναπηρίας του; Για την Sausse-Korff (2009), σε κάθε στάδιο της ύπαρξης, οι φροντιστές έχουν να αντιμετωπίσουν, αναπόφευκτα, απρόσμενες δυσκολίες με το άτομο με αναπηρία, αλλά σίγουρα απαραίτητες, υπογραμμίζει. Η R. Scelles (2011) υπενθυμίζει ότι είναι συχνή η οδυνηρή αντιμετώπιση των ίδιων των παιδιών με αναπηρία με τους ομοίους τους στο πλαίσιο της ένταξής τους στο σχολείο. Η συγγραφέας επισημαίνει ότι οι ομάδες των παιδιών βρίσκουν, συχνά, τον τρόπο να πετύχουν την ενσωμάτωση αυτή, και πως η παρέμβαση των ενηλίκων, αν και με προστατευτική πρόθεση, δεν είναι πάντοτε επιθυμητή. Η βία που παρατηρείται κατά την ένταξη οριοθετείται, παρ’όλ’αυτά, από την κακοποιητική βία που ενέχει εντός της καθώς και από αυτή που προέρχεται από τους φροντιστές όταν βιώνουν αισθήματα ενοχής ή αδυναμίας όπως επισημαίνουν οι R. Salbreux και A. Ciccone (2014). Λαμβάνοντας υπ’όψιν τα προαναφερθέντα, για την ψυχανάλυση, ένα άτομο με αναπηρία είναι πάνω απ’όλα ‘’ένα υποκείμενο’’. Και είναι ενώπιον αυτού του υποκειμένου που διαμορφώνεται ένα παιχνίδι, κατά την παρακολούθηση ενός παιδιού ή εφήβου με αναπηρία, πέρα από τα όρια της εξωτερικής πραγματικότητας που επιβάλλει η ίδια η αναπηρία.

Κωνσταντίνος Αναστασόπουλος
Κλινικός Ψυχολόγος D.E.A – D.E.S.S.
Μονάδα Ισότιμης Πρόσβασης
Πανεπιστημίου Πατρών